31.3.17

α τέλεια

τα βράδια των μεγάλων προσδοκιών
και των ακόμα μεγαλύτερων ματαιώσεων,
με βρίσκουν με θλιμμένο απλανές ύφος
νωχελικά να συλλογιέμαι
να παρατηρώ και να μετρώ
κάθε ατέλειά μου 
που ενδέχεται να σ’ απωθεί
μήπως και αντιληφθώ τί  γίνεται
στο αναμεταξύ μας

τοποθετώ κάθε μου εύρημα
ευλαβικά στο τασάκι
δίπλα στις αϋπνίες και τα δάκρυά μου
τα συναρμολογώ
δημιουργώ αυτούσια με στάχτες τη μορφή μου 
και δεν μπορώ παρά να το δεχτώ
πως έχεις ένα κουφάρι λόγους
να μην είσαι ούτε σήμερα μαζί μου.



16.3.17

θα μπορούσα να έχω μισό κιλό νύχτα;

ξερνάνε πάνω μου φαντάσματα 
ζαρώνω στη γωνιά
προσπαθώντας να με καθαρίσω απ’ τα υγρά
κολλάω ολόκληρη
όποιος προσπαθεί να μ’ αγγίξει
αφήνει αμέσως αποτύπωμα 
μένει κάτι απο μένα στα δάχτυλα τους
-πάλι καλά που είναι λίγοι,
αλλιώς θα ήμουν ήδη μόνο ένας λεκκές,
σε άπειρα άκυρα δέρματα-
με σιχαίνομαι τόσο
που ούτε κατσαρίδες δεν θα έχω για φίλες
παραλύω μπρος στην παραδοχή
της ανάγκης για χρώμα
και λερώνω τα χέρια μου μέχρι τον αγκώνα
αραιώνω τον υπαρξιακό πόνο με κακό χιούμορ
και πόσο χαίρομαι να μου λες
λέξεις όπως “σε μένα, ή κάν'το”
κι ας μην πιστεύω ούτε μία
σπάω το κεφάλι μου
αλλά αυτό δεν το διορθώνουν μ' επέμβαση και βίδες
συστήνουν σκέτη την αναισθησία

στα θερμοκήπια 
τα χημκά μεγαλώνουν νεκρά παιδιά
παραταγμένα
ρουφάω ό,τι πιο βλαβερό να εξοντωθώ
αντ’ αυτού όμως,
απλά γίνομαι άμορφη και τοξική
είμαι πολύ λίγη για να με προσέξουν
για να τους ενοοχλήσω
να χαλάσω το τετράγωνο σχέδιο
για να τους αναγκάσω να με ξεριζώσουν
-χέστηκαν-
πασπαλίζω την μαύρη μου ψυχή με λευκές σκόνες
τυλίγω τα μαύρα μου ρούχα με λευκή τσαλακωμένη υποκρισία
παντού γύρω μυρίζει απολύμανση
νιώθω δυσφορία
εισπνέω μανιακά μέσα απ’ τη μάσκα μου
και προσπαθω να ισορροπήσω στο ένα πόδι
για να ξεχαστώ
-και ξέχασα,
μ’αρέσει πολύ να μιλάμε
δικαιολογώ και
χρωματίζω τις αϋπνίες μου.

10.3.17

_smoke

ήθελα να σου πω πολλά πολλά πάρα πολλά
άλλα όσα και να έλεγα, θα ήταν λίγα και ψέματα
σούρωσα όσα είχα 
κράτησα τα πιο ανώδυνα και ανεκτά
τα ‘γραψα και τα ‘καψα
αντί να στα δώσω να τα φας
ήπια το κατακάθι*
το ξέρασα στον υπόνομο
που τώρα είναι ίδιος το κεφάλι μου
σκατά σκέψεις εσύ σκέψεις σκατά
τώρα σε παρατηρώ να ξεθωριάζεις 
μαζί με κάθε μου συναίσθημα
παρατημένος στο ανακριτικό βλέμμα του πρωινού σαδιστή και νάρκισσου
που σιχαινόμαστε οι δύο μας και αποφεύγουμε
πηγαινοέρχομαι στα μέρη που φοβάσαι
άντε,
έφυγες; 
γιατί εγώ ήρθα
κάπως πρέπει να διαφέρουμε/βαρέθηκα τόσο να μοιάζουμε
το καλύτερο καθαρτικό είναι το αίμα
έχεις δεί ποτέ vampire χοντρό χοντρέ;
δεν φταίς εσύ 
-δεν φταίει κανείς, απλά
απλά-
δεν έχω λέξεις πια να σε χωρέσω 
η σιωπή δεν βοηθά
δεν κατάφερα να σε αγγίξω με τα μάτια
κυρίως γιατί δεν το προσπάθησα
μάλλον φταίει που δεν κάνω καλό eye contact
αλλά εσύ ξέρεις (δεν το εκτιμάς παλιομπαστάρδι)
αυτός ο άλλος δεν ξέρει όμως
δυσκολεύομαι πάλι με περιττές άβολες ξήγες
κάθε φροά φοβάμαι ότι δεν θα σε ξαναδώ
δηλαδή ότι δεν θα ξαναέρθεις όταν με δείς
όσο και να σου 'χω μπεί στο μάτι
οπότε φεύγω πριν με δεις
δεν σου λέω καληνύχτα μ'αναρωτιέμαι
ο ρεαλισμός μου επιβάλλει καλημέρα 
-δεγαμιέται;-
καλημέρα στη νέα μου ζωή
νέα what?
λιγάκι αγάπη να ‘χα
να μου κανες και τράκα
λιγάκι να με ήξερες
θα ήσουν ήδη εδώ

ξέρω μόνο να εξαφανίζομαι και να αιφνιδιάζω
συγχώρα με που δεν ζω στο παρόν
κάποτε ίσως τελικά σου πω την ιστορία
με τα φαντάσματα
ως τότε, φρόντισε να δείχνεις ζωντανός
να μπορώ εύκολα και γω να σε σκοτώνω

ωστόσο επειδή τόσο μου λείπει να με ξέρεις,
να
κοίτα πως περνώ τις μέρες μου
τώρα που έχω πάλι χέρια
με σέρνω με τεχνική και παρανοώ με αισθητική

χορεύοντας θα ξαναγίνει το κακό





15.2.17

_the rest in explosion

βιώνοντας την παρουσία της απουσίας (σου)
στούκαρα στην εξής επώδυνη συνειδητοποίηση 
'οφείλω κάποτε να ζήσω έξω απ’ το μυαλό μου'
γαμώτο,
η συγκαλυμένη αμηχανία
μου τα σκάει σε υπεροψία
σε πλησιάζω και σ’ αποφεύγω διαδοχικά
λες και βρίσκω όσα ψάχνω
διανύοντας την απόσταση
απο το εδώ στο εκεί
απο το εγώ στο εσύ
λες και φουσκώνω το ακορντεόν της ύπαρξης
μεταβάλλοντας αποστάσεις
περιμένοντας τον ήχο της συμπίεσης
να με επαναφέρει στο ασφαλές νοθρό τίποτα

η φυσιολογία του ήχου
υπονοεί μείζονα
του απόηχου, θα στμπληρώσω
πάντα ελάσσονα 
ο απόηχος είναι ετεροχρονισμένος και κουβαλά ιστορίες
όπως εγώ
-δεν βγαίνουν τυχαία ούτε τα μάτια/ούτε τα ονόματα-

επιρρεπης στους συναισθηματισμους
ευγνωμωνώ την καμικάζι
που δεν συνταγογράφησε θήτα διεγέρτες
για τους υποδοχείς
κάνοντας διαλλεκτική σε μια διάλεκτο κατανοητή
απο ελάχιστους
βλοσσυρούς θαμώνες στους νευρώνες μας

τιτιβίζω κακές λέξεις και ειρωνίες
προσθαφαιρώ πρίσματα, συνιστώσες και σταθερές
οι διαιρέσεις βγάζουν ξανά και ξανά
εμένα ατόφια στο πηλίκο
οπότε σε καταχωρώ ως ένα(ν) άρτιο
παραδίνομαι στην αφαιρετική διαδικασία
δημιουργώντας συνθέσεις 
με ποικίλα ηχοχρώματα και σχήματα
μα στάνταρ χρώμα
αγνοώντας το κενό κρύο στρώμα
και μετανιώνοντας όσα δεν είπα ακόμα

έλα πάρε με αγκαλιά ρε γαμημένε
ή
χέσε με χοντρέ

εγώ θα σ’αγαπώ και μη σε νοιάζει
δεν θα βγάζω την κουκούλα ούτε στον ύπνο
αν τύχει και βγείς απ’ το μυαλό μου
να χαθείς στα μαλλιά και στο λαιμό μου.

6.2.17

Broken Toys

Είναι τρομακτικό.Παράγουμε πολύ περισσότερη γελοιότητα απ' όση αντέχουμε να καταναλώσουμε, την ξερνάμε βουλημικά, για να νιώθουμε το κενό της απουσίας όλων εκείνων, στα διαλυμμένα μας στομάχια.Τα βράδια των παραδοχών ευχαριστούμε τις ταινίες και τα τραγούδια που υπάρχουν για να  ανταλλλασουμε δυο κουβέντες μ’αυτούς που αγαπηθήκαμε, αλλά όπως ακριβώς συμβαίνει με τα παιδικά μας όνειρα, γίνονται περαστικοί που προσπερνούν και μας αποστρέφονται.

Πριν δυο μήνες, αυτοκτόνησα πέφτοντας απο εκείνον τον τοίχο Παρελθοντος/Μελλοντος γωνια που συνηθίζαμε να σπάμε το κεφάλι μας παρέα, τότε που η αυτοκατστροφή ήταν το κοινό μας παιχνίδι.
Θυμάσαι; Έπεφτα μέσα στα αίματα σε έβλεπα μαζί μου και η κόκκινη θολούρα με έκανε να σε ερωτεύομαι. Ερωτευόμουν τις κοινές μας απόπειρες, πεθαίναμε μαζί και η ζωή ήταν ένα τέρμα που δεν ερχόταν. Εκείνη την μέρα που συνειδητοποίησα πως δεν υπάρχεις τελικά, σκαρφάλωσα και πήδηξα.Όταν επανήλθα, έπασχα απο αϋπνίες ή εφιάλτες οδυνηρούς και δεν κατάφερα να ξανακλείσω μάτι. Μαύρες σακούλες κάτω απ΄τα μάτια, να μαρτυρούν την κατάσταση μου. Μαύρες σακούλες, όπως τα σκουπίδια και τα πτώματα. Μια τσαλακωμένη υπόσταση. Δεν σιδερώνω ούτε καν το αίμα μου πια, μεταλλαγμένη σε χλωμό πρόσωπο απο μικρή ινδιάνα. Τρέχω με το ένα μάτι κλειστό και το παντελόνι ξεκούμπωτο, απ’ την κουζίνα στο χώλ και πίσω στο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβω πως βγαίνουμε απ’ το σπίτι. Δεν φυσά άνεμος εδώ και αδυνατώ να καμουφλάρω τις στάχτες απ’ το καμμένο μου παρόν. Το παρελθόν μου κάρβουνο και το μέλλον καπνός. Καπνός απο σβησμένα βρεγμένα τσιγάρα που δεν μοιραζόμαστε καν.Πώς άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς δεν καπνίζω. Πώς άλλωστε; Έτσι κι αλλιώς δεν βρισκόμαστε.
Απλά να, μετά απο την χειμερία νάρκη ξύπνησα κάπως ζωντανή. Λίγο πιασμένη αλλά, ανάλαφρη.Δυσκολεύομαι να συγκρατήσω αυτην την όρεξη αλλά μπορώ  ξανά να βγαίνω βόλτα χαϊδεύοντας εξώπορτες και ελπίζω πως θα σε ξαναβρω και σένα γιατί κάποιοι μου ‘παν πως υπάρχεις ή τέλος πάντων μοιάζεις αρκετά σε αυτό που νόμιζα πως είσαι.
Απλά, πως να στο πω, δες με. Φαίνομαι.
Είμαι εκεί.
Κυλλάω στο μάγουλό σου και εξατμίζομαι.



7.1.17

κι όμως

τριγύρω
περούκες άρτιες και δέρματα μοσχομυριστά
πρόθυμα θύματα επιθυμιών επιβαλλόμενων
τέτοια ώρα οι άνθρωπο γιορτάζουν τη ζωή τους
και γω
σατυρίζω τη σαθρή μου νιότη
πετώντας λερωμένους επιδέσμους και χαζεύοντας τις νέες μου ουλές

δεν έχω απο κάπου να το πιάσω
ούτε κάπου να το πάω
η κατάληξη τελικά αποτελεί ακόμα μία μεταβλητή
οι άγνωστοι διαρκώς αυξάνονται
και τα συστήματα απομυθοποιούνται μέρα τη μέρα περισσότερο
αποδεικνύοντας την αδυναμία τους

με γαμάει το μυαλό μου και δεν αφήνει περιθώρια σε τρίτους
νιώθω όσο αυτάρκης χρειάζεται
για να με αυτοπεριεργάζομαι
όσο με γνωρίζω
τόσο απομακρύνεσαι
αφού ψυχρά παρατηρώ έναν κόσμο δίχως ζωή
στον οποίο αδυνατώ να με διακρίνω
με στοιχειώνει η ανυπαρξία υπόστασης 
σαν βίωμα απωθημένο στις πιο οδυνηρές εμπειρίες
οπότε αποδομώ τη ζωή
μήπως κάποτε μου μοιάσει και ταιριάξουμε
βλέπεις, 
οι πτώσεις και οι αποτυχημένες απόπειρες
ποτέ δεν είναι τόσο αθώες όσο ίσως μοιάζουν
αφήνουν τα σημάδια τους
σπρώχνοντάς σε 
να κουτροουβαλιάσεις γρηγορότερα
στα ναρκοπέδια της συνειδητοποίησης

μόλις είχα παραλάβει τα αναισθητικά του μήνα
σε είδα πάλι μπροστά μου
ήθελα να τρέξω σε σένα
μα άφησα πίσω ένα χέρι απο βιασύνη
και δεν είχα με τί να σ’ αγκαλιάσω

εγώ ν’ αναπολώ τις μέρες
που γύριζα τον κόσμο ανάποδα
κάνοντας μασάζ στην άσφαλτο με τις παλάμες
κι εσύ να επιμένεις πως
‘δύο χέρια δεν ήταν ποτέ αρκετά’
κι όμως
τα δικά σου εμένα μου αρκούν
κι ας μην μ’ αγγίζεις.

7.12.16

απο-πτωση

μελαγχολικά παρατηρώ πως
ποτέ δεν χωνέψαμε τις νόρμες
άρα ούτε τις χέσαμε
παρά τις αρχικές φιλοδοξίες μας
καταλήξαμε απλά να τις ξερνάμε
αναμεμειγμένες 
 με όξινα αμάσητα κοινωνικά ζητήματα,
οργισμένα παρανοϊκά αφρώδη σάλια επιθυμιών
και δυσπεπτες λέξεις απ’ αυτούς που 'μείναν
ενώ σε περιπτώσεις πιο προχωρημένες
καταλήξαμε να επιχειρούμε καισαρικές τομές
αποκαλύπτοντας ανύπαρκτα γεννητικά συστήματα
ή νεκρά έμβρυα τερατογενέσεις
να σαπίζουν εγκλωβισμένα
επιβεβαιώνοντας μολυσματικά 
το κατεστημένο της αυτοκαταστροφής

η γνώση τελικά δεν ρουφιέται
γλείφεται
δεν σε χορταίνει απλά σε ερεθίζει
πες μου τί γεύση έχει 
το δηλητήριο που σκορπάς
για να μπορώ αυτάρεσκα να πω
ότι σε (άνα)γνώρισα
περιφερόμενη
όσο αντέχω ακόμα να παθιάζομαι
πριν ξεραθεί το αίμα στις πληγές
πριν επουλώσω τα τραύματα
και  δεν έχω πια σημείο αναφοράς για το αν έζησα.