12.9.16

θα βγεί

μέσα στα τείχη της πόλης
ανακριτικός πρωινός ήλιος
και μεις,
σαλιγγάρια 
μετά απο βροχή παραισθήσεων
σε χώρους πολύχρωμους
τέρατα ιπτάμενα
φυτά κρεμαστά
υγρά πολυτελείας
στομάχια τρύπια

βλέμματα
χαμόγελα εξαντλημένα
σιωπηλό ανέβασμα
μετά τα τελευταία σκαλοπάτια
λιποθυμία στα στρώματα
όνειρα αυθυποβολές
επιθυμιών ανεκπλήρωτων


φημισμένος γαλλικός Νότος
βόλτες το σούρουπο
αντιφάσεις
το δώρο σου
παράλληλες μοναχικότητες
συνειδητές αποστάσεις

πάλι πρώτος
μόνος
οι μουσικές μας
μου κάνεις την χάρη
γραφικές πατισερί
τελευταίες στιγμές
σφιχτά αντίο


ξανά


η σκέτη γεύση 
μου και σου
φλόγα/ρομάνς
γέλια
χαμόγελα μουδιασμένα
σιωπηλό κατέβασμα
μετά τα τελευταία σκαλοπάτια
λιποθυμία στα στρώματα
όνειρα αυθυποβολές
επιθυμιών ασίγαστων

αθάνατο ελληνικό καλοκαίρι
λήθαργος /γλυκός θάνατος
κουνούπια αφορμές/νέες πληγές
οι μουσικές μας
δεν προλαβαίνεις καμία χάρη
λεωφορεία
τελευταίες στιγμές
εννοείται το αντίο

αδυναμία
-
πάει καιρός/ μένει καιρός
-
σκέτες γεύσεις,
οι μουσικές μας
-
θα βγεί  η χρόνιά,
                               θα βγεί μικρό μου.





2.9.16

τελειώνει ο κύκλος;

νιώθω το σπίτι να βαραίνει με αναμνήσεις
η ατμόσφαιρα όλο γίνεται και πιο αποπνικτική
οι τοίχοι γέμισαν επικίνδυνα
τα χειρότερα ναρκωτικά είναι τα αντίο
ξυπνάνε όλες τις μνήμες
θάβουν το μέλλον
και σε πετάνε νηφάλιο στην γκρί πόλη
ο καλοκαιρινός έρωτας λέει πως
"η φαντασία είναι μανδύας απόδρασης"
βάζω στο ριπίτ τις σκέψεις του
και αρνούμαι να πιστέψω πως 
δεν είμαι σουπερ ήρωας
οι λάσπες της 'νέας εποχής'
ήδη με κρατάνε πίσω
οπότε σκέφτομαι να μην περπατήσω καν

η κοιλάδα της συνειδητοποίησης
έγινε φάκκα
ξερνάω το τυρί που σιχαινόμουν πάντα
πάλι με τράβηξε το δηλητήριο
ζητώ απεγνωσμένα εξιτήριο απο τη γελοιότητα
εμφανίζομαι ανορεξική και χλωμή
-αντιφατική απο κάθε άποψη-
ψάχνοντας ανάμεσα στις ξεραμένες κάμπιες
της περασμένης άνοιξης,
δικαιολογίες και άλλοθη
απορρώντς με τις αν(τ)οχές μου

'κάπα απο κατάχρηση'
αυτό είναι φέτος τ’ όνομά μου
ο έλεγχος είναι αυταπάτη
μα χρησιμοποιώ μερικές βολικές σκέψεις
για να την παλεύω
κινώ τα νήματα στο δικό μου μυαλό
αντιμετωπίζω τον κόσμο σαν σκακιέρα
ή καλύτερα σαν πρόγραμμα
που καταστρέφω πριν το καταλάβω

με γαμάει το μυαλό μου
δεν αφήνει περιθώρια
μέσα μου φουντώνει πού και πού
ενας έφηβος νεοτεριστής
που κομματιάζει όσα δειλά φτιάχνει το παρόν μου
με φρικάρει η παραίτηση
μα τουλάχιστον είναι κάπως ειλικρινής
κλείνω τον κακό μου εαυτό
σ’ ένα αρχείο που ακόμα δεν εστάλη
και το κάνω όλο και πιο εύφλεκτο

το να την παλεύει κανείς
δεν χρειάζεται να γίνεται ψυχαναγκασμός
πληγώνω τους ανθρώπους μου
επειδή με αγαπούν πολύ
κι αφού όσα ζω δεν έχουν συνοχή
γιατί να’ χουν όσα γράφω;

9.8.16

σκέψεις άμμου

η επιστροφή στο τίποτα σε γεμίζει άσσπρο
  σαν να 'ναι η ζωή ένα κύμα και συ ό,τι ξεβράστηκε
ο παφλασμός είναι απρόβλεπτος και ασύμμετρος
  εκτός αν ο φακός είναι ευρυγώνιος
το άσπρο είναι παρανοικό και σε ρουφάει όπως η άμμος  
  απολαυστικά σαν ανθρώπινο στόμα και σώμα
τα σημάδια βαθιά 
κι όμως τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν
φτιάχνοντας κάστρα μάταια
γυρνουν πλάτη στη θάλασσα κι επιμένουν
να δημιουργουν επιδεικτικά στο βωμο του τετελεσμένου

οι μεγάλοι φτιάχνουν τρύπες για εκδίκηση
  μηπως παγιδεψουν το νερό και το τιμωρήσουν για όλα τα παιδικά τους τραύματα και όλες τις φοβίες
τις παρανοικές άσπρες φοβίες που ξεγλιστρούν ανύποπτα τις νύχτες με σελήνη
οι μεγάλοι αρχίζουν να ελπίζουν σε μωβ σύννεφα
 κάτι αυγές και δειλινά που βγαίνουν απ' τα φέρετρα
είναι τα σύννεφα αυταπάτες ομορφιάς
σαν τον κόσμο που δεν επ'ελεξαν μα έζησαν
διαλύονται κι αλλαζουν μέρος, όψη και μορφή
 ανάλογα τον άνεμο, τον ήλιο και και τους ρύπους
κρύβουν το φως και κλέβουν απ' το χρώμα του

άνθρωποι είναι τα σύννεφα ανασφαλείς και φοβισμένοι

μακάρι να 'χα τρόπο να σου πω
αυτά που ήθελα χωρίς καθόλου χρώμα
αυτό με βασανίζει κι απορώ
πώς να χωρέσει η σιωπή μέσα σε ποίημα
κοιτώ τα μάτια σου, το σκέφτομαι ξανα
να τα κάστρα μου τα παιδικά
να φέρετρα και δειλινά
να οι φοβίες μου όλες και τα όνειρα

μέσα στα μάτια σου βυθίζομαι αργά
να άμμος που λυσσαλέα με ρουφά
να σύννεφα μαζί με ξαστεριά
να η σιωπή μέα σε ένα ποίημα.




                                                                            
                                                                              

30.7.16

ιππεύοντας κροκόδειλους

ψάχνω σκιά απο σένα
έχω ξεφλουδίσει τρείς φορές
και ακόμα ψήνομαι
ο ήλιος μου καίει το μπούτι
-αχ να το δάγκωνε και λίγο να καυλώναμε-
ό,τι απέμεινε απο μένα
είναι δυο χέρια να στηρίζομαι στο μάρμαρο
και να καπνίζω μπας και σε βγάλω απ’ τα πνευμόνια μου
μου αρέσει να αράζω σε ταράτσες
παρέα με τις πλάκες που δεν γνώρισαν ποτέ
την έννοια της σκιάς
ταυτίζομαι και μένω ακίνητη εκεί
κλείνω τα μάτια και μετρώ
όλα τα ‘άραγε' που άφησα στο σπίτι
πήρα μαζί μου διάφορα ‘επειδή'
για να μπορέσω να την βγάλω 
χωρίς δράματα και στάχτες

όταν ακούω τους άλλους να μιλάνε
σε θυμάμαι
ζορίζομαι που δεν άγγιξα ποτέ αυτή τη μύτη
και με μισώ που δεν σου πρότεινα ποτέ
να φύγουμε ιππεύοντας κροκόδειλους
σε είδα καβάλα σε ιππόκαμπο με κείνη την κοπέλα
έκλαψα οκτώ ώρες πέντε λεππτά και τριάντα δευτερόλεπτα

περιμένω ακόμα εκείνο το κύμα να σε φέρει
και γω φυσάω τον καπνό πιο δυνατά
μήπως αλλάξουν τα ρεύματα και έρθεις
'υποβαθμίζεται η πόλη' λέει ο μαλάκας ένα
‘Σχολείο και Υφανέτ’ ο νάμπερ τού
και ο μαλάκας τρία πετάει ακόμα χημικά
εκκένωση ζητούν 
'ζήτω ο θάνατος/ καμιά ελευθερία'
ποδοπατούν την ανθρωπιά
κάτι γουρούνια
γέμισε ο τόπος μπάσταρδους
και γω ακόμα γράφω
ζητούν εκκένωση μυαλών απο ιδέες
και μου 'ρχεται εμετός
σε χρώμα γαλανόλευκο

κλείνω τα μάτια πιο σφιχτά
και σου φωνάζω
να ‘ρθείς να ανοίξουμε τρύπες
στα κρανία τους
το κουφάρι μου σέρνω και σε ψάχνω
μα οι μπάτσοι θα με βρουν
πριν απο σένα

13.7.16

και δεν μου καίγεται καρφί

'ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος'
πλήρωσα ακριβά για να σου πουν αυτό το ψέμα
δεν θέλω νέα να σου πω
ούτε παλιά
είμαι αστρονύτης πια και ζω επιπλέοντας
ανάμεσα στο τίποτα
δεν πέφτω δεν σηκώνμαι
απλά υπάρχω

βγήκα πάλι στη γύρα να με ψάξω
διασκορπίστηκαν τα κομμάτια μου
σε κάθε πιθανό σύμπαν που έπλασα
για να πειραματιστώ όσο βαριόμουν
κα κατέληξα να αναρωτιέμαι
πως θα 'ταν η ζωή
άμα υπήρχες

δεν ψάχνω πια λιπαντικό ζωής
για να γλιστρήσει η ζωή στο αύριο
αλλά η πλήξη σαν σαράκι με διαυρώνει
όλα γυρίζουν κι ίσως να αλλάζουν
μα ίδια φαίνονται να μένουν κι όλο με τρομάζουν
ο χρόνος  -λένε- είναι ο καλύτερος γιατρός
και γω γελάω γιατί οι γιατροί
είναι μια απάτη
σαν όλα όσα σε πείθουν να ελπίζεις
για να χαμογελάς λιγάκι όσο πέφτεις

με κυνηγά αυτός ο διάολος
που γίνε φίλος των πολλών
συμβιβασμό τον λένε και δεν ντρέπονται
βάζουν στη ζυγαριά το κόστος όφελος
και σε μια κονωνία σαν αυτή
με πρόταγμα ένα 'εγώ' υποταγμένο
η ελευθερία δεν έχει ηδονή
και το αντίστροφο

έλα να πούμε για 'κείνα μας τα όνειρα
να σου μιλήσω για το περίεργο μυαλό μου
να κοιταχτούμε με τα μάτια μας κλειστά
και να ουρλιάξουμε για κείνες τις σιωπές μας

να το πάλι, παρασύρθηκα
συγγνώμη
-ποιός είστε κύριε;
νομίζω έτσι είναι καλύτερα
άγνωστε μου

κι αν θες να ξέρεις
εμένα δεν μου καίγεται καρφί
που πια δεν ξέρεις ύτε τ' όνομα μου
πριν απο σένα θα πεθάνω το πρωί
κι όσο αργείς χαμγελώ,
γιατί η νύχτα πέφτει.

2.7.16

ο χρόνος δεν είναι σαν το ποδήλατο

οι άνθρωποι συχνά με απογοητεύουν
μα φταίω και γω -δεν λέω- 
που ελπίζω ακόμα
τις μέρες με νοτιά
βλέπω ξανά και ξανά
-λες και είναι αστείο ρε ζωή-
σκηνικά θλιβερού ανθρώπθνου απόπατου
λέω δυο κουβέντες
τόσο κούφιες που αναρωτιέμαι πως δεν ντρέπομαι που τις ξεστομίζω
και γυρνάω πάλι σπίτι μόνη,
κυνική,
και λίγο πιο αηδιασμένη
πού οδηγεί αυτό το γελοίο σενάριο 
δεν το ξερω
πάντως όταν νευριάζω αλλάζω χρώμα καλαμάκι
και ρουφάω πιο γρήγορα ή πιο αργά
-ό,τι χρειάζεται για να μου κάνει αίσθηση

κοιτώ τον ουρανό για να υπλογίσω αν είναι ώρα να ξυπνήσω, 
να ζήσω 
ή να πεθάνω απο βαρεμάρα
και πιάνω τον εαυτό μου να ονειρεύεται
με κοροιδεύω 
με ταϊζω ρεαλισμό
-όσο και να τον ξέρασα, βαρύς ποτέ δεν μου 'πεσε
ε μετά, όλα πάνε όπως προβλέπεται

κάπου στη σιωπή
αρχίζω να ακούω αυτό το τικ-τοκ
που ξέπεσε σαν βασανιστηριο 
και βρέθηκε στα χέρια των καπιταλιστών
τικ-τοκ
λίγο πιο ελαφρύ απο το βάρος της συνείδησης
παύεις να τ’ ακούς μόνο αν σπάσεις το ρολόι
όπως ακριβώς με την συνείδηση
το βουλώνει μόνο αν σπάσεις 
μια κι έξω,το κεφάλι σου

ωστόσο,
δύο πράγματα κατάλαβα
ο χρόνος δεν είναι σαν το ποδήλατο
-τον ξεχνάς,
και δεν έχει δική του αίσθηση,
μιας και κανείς δεν ξέχασε ποτέ να μυρίζει ή να γεύεται

τώρα πια, πλήρως αδιαφορώ 
για τον μετρητή φθοράς, συμβιβασμού και 'πρέπει'
και γι αυτό ακόμα φταίς εσύ,
αφού ούτε θυμάμαι κάποτε να εξαφανιστηκες,
ούτε ξέρω αν και πότε θα εμφανιστείς,
για πες,

τί να κάτσω να μετρήσω;

25.6.16

λύσσα που δεν το 'λυσα

 άκουσα αυτό το τραγούδι και σε σκέφτηκα
-τόσο απαλλός και ήρεμος-
το μαξιλάρι που πάντα ήθελα να έχω αγκαλιά
η κουβέρτα που ήθελα όταν ήθελα να κρυφτώ
μα, που και που απρόβλεπτος 
λίγο απόμακρος, αλλόκοτος, περίεργος
δεν είχα λόγια να σε παρομοιάσω με κανέναν
κάπως έτσι ένιωθα και γω,
αλλόκοτα και περίεργα
μαγικά μα απόμακρα
τόσο κοντά κι όμως ένα μάγκωμα..
μάγκωμα
       σκάλωμα 
             στράβωμα.

τί να σου πω,
πάλι έτσι τυχαία σε θυμήθηκα
να πεις πως είχε κάτι η μέρα σήμερα, δεν το νομίζω
-ήταν μια σαν όλες τις άλλες,
στο κάτω-κάτω
και συ είσαι ένας σαν όλους τους άλους
χμ, προτιμώ να σε σκέφτομα έτσι
ένας απο τους τόσους στο πλήθος!
απλά είσαι ο ένας που αναγνωρίζω απ’ την ανάσα,
απο το βλέμμα που νιώθω στην πλάτη,
απο το άγγιγμα
ο ένας που τον σκοτώνω με δυο λέξεις και τον καίω με δυο χαμόγελα
το θανάσιμο παιχνίδι μου,
η ρουλέτα
πάντα στα μαυροκόκκινα γυρνώ
και συ τα ίδια
μα ακόμα δεν καταφέραμε να συγχρονιστούμε

τα όνειρα μου κόκκινα
τα όνειρα σου μαύρα
άλλαξα και σου έμοιασα
άλλαξες και μου έμοιασες
τα όνειρα σου κόκκινα
τα όνειρα μου μαύρα

τιμωρημένοι σ’ ένα μοίρασμα μιας  απελπιστικά υπέροχης παράλληλης ασυμπτωτικής
και αντίστροφης ζωής
όσο ζεις, να είμαι νεκρή
και όσο ζω, εσυ να πεθαίνεις

να είμαι καλά όταν βασανίζεσαι για να σου πω δύο λέξεις
να στέκεσαι και να παρατηρείς όσο γίνομαι σκατά κι ας ξέρεις πως δεν θα το αντέξεις

τα όνειρα μου κάποτε σου φαίνονταν φωτιά
τα όνειρα σου κάποτε με μαύρισαν μια κι έξω

και περιμένω μια κάθαρση
δεν έχω άλλωστε επιλογή
μήπως τελειώσει το τραγούδι και σχολάσουμε επιτέλους την παράσταση,
θέαμα γίναμε (μας κοροιδεύει ο κόσμος)
ας συντονιστούμε έστω προσποιητά
σε κανα ρεφρέν

να πούμε σωστά τα όνειρα του καθενός
και να αποχωρήσουμε
σιγοτραγουδώντας
“ρούχα μαζί που πλύθηκαν 
                           και γίνανε μπορντό”

να ψιθυρίσω 'σε αγαπώ'
και να φύγω
θεωρώντας την κατάσταση λήξασα.

λύσσαξα πια.