15.5.16

λίγο χαμηλότερα παρακαλώ

Εξάλλου ποτέ δεν μου άρεσαν τα ύψη. 
Δεν καταλάβαινα ποτέ τί είναι αυτό που τραβάει κάποιον , 
ο κίνδυνος ή αυτό που βλέπει απο κάτω. 
Πάντως πρέπει αυτό που βλέπουν να είναι κατι σημαντικό γιατί δες, έτρεξαν όλοι τους εκεί πάνω και έμεινα εγώ εδώ κάτω να τους χαζεύω.  
Έμεινα εδώ να αναρωτιέμαι που βρηκαν το κουράγιο να ανεβουν, 
πού σκατά κρύβουν τόση ενέργεια. 
Μα όσο οι ώρες περνούσαν και εγώ παρέμενα χαμηλά,
βουλιάζοντας ,
άρχισα να αναρωτιέμαι πού ξοδεύω εγώ αυτην την ενέργεια. 
Τί κάνω εγώ καθισμένη σ´ ένα τίποτα ακούνητη για μήνες; 
Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε και γω είχα φανερή διαρροή των αποθεμάτων ενέργειας. 
Δεν ξέρω γιατί ή πως. 
Το μόνο που ξέρω πως οι μέρες περνούσαν και γω ένιωθα να στεγνώνω.
Τα δαχτυλά μου ζάρωσαν σαν να ήμουν πολλή ώρα κατω απο το νερό, τα χείλη μου ξεράθηκαν . Ο εγκέφαλος μου βυθισμένος στο ναρκισσισμό, τα δάχτυλά μου βυθισμένα στο σώμα μου. Το μουνί μου διαρκώς υγρό το στόμα μου ανοιχτό και στεγνό ανίκανο για ήχο. Τα μάτια μου κι αυτά ορθάνοιχτα ξεραμένα χωρις να κοιτούν πουθενά, χωρίς να βλέπουν. 
Παραγωγικό ήταν μόνο το μουνί μου, παραγωγικό υποταγμένο κι ανελεύθερο.   
Έφτυνα υπεραξία καταπίνοντας ανασφάλειες, έκανα τον κόσμο λίγο πιο χαρούμενo και μένα λίγο πιο κενή οπως συμβαίνει συνήθως στις πρωταγωνίστριες των σύγχρονων ταινιών.  
Το θέατρο, λένε, είναι για ρηχούς ανθρώπους. 
Κάποτε με νευρίαζε η φράση τώρα αδιαφορώ απλά ξέρω πως είναι  εξωφρενικό το να επιτρέπεις στον εαυτό σου να υποδύεται κάποιο εμετικό ανθρωπάκι για να διδάξεις -στην καλύτερη, ή να καυλώσεις -στην συνηθισμένη, εξίσου χλιαρά ανθρωπάκια κενά απο φαντασία και ιδεες. 
"Πόσο κρίμα" τους ακούω να λένε ενώ κοιτάνε 
"πόσο κρίμα" 
                      κι ας χειροκροτάνε που και που. 
Με βλέπουν. 
        Το ξέρω. 
Βλέπουν μέσα μου, ξέρουν πως προσποιούμαι, οι μπάσταρδοι. 
Θ' αυξήσω πάλι το εισιτήριο.
Τώρα κατάλαβα τί βλέπουν απο 'κει πάνω. Τώρα κατάλαβα που ξοδέυεται η ενέργεια μου. 
Είμαι το θέαμα τους. Ανεβαίνουν ψηλά, τους διασκεδάζω και τόσο πολύ έχω ενσαρκώσει το ρόλο μου που ξεχνώ γιατί βρίσκομαι δω και με κατηγορώ που δεν ανεβαίνω μαζί με τους άλλους εκεί ψηλά.  Τελικά όλο αυτό είναι ένα σαδομαζοχιστικό παιχνίδι διάδρασης.
Με εξυψώνουν μα ανεβαίνουν ψηλότερα, τους κοιτώ απο κάτω και είμαι ανώτερη.  Ορίστε άλλο ένα έκτρωμα του είδους, κοινώς αποδεκτό, νόμιμο και ιδανικό για διανοούμενους.

Να τος, ο πολιτισμός μας! 
Τον προσκυνάμε και νομίζουμε πως είναι ανώτερος.  
Σκύψε λίγο χαμηλότερα, δεν ανέβηκε ακόμα αρκετά. 
            
                                                                                                          by K+Φ



27.4.16

ανοιξιάτικος μηδενισμός

δεν μου πάει εμένα ρε παιδιά η άνοιξη
τί να το συζητάμε δηλαδη;
το φτάνω στα άκρα μα δεν πάει παραπέρα
μονίμως γύρω εκεί παραπατώ
δεν γλιτώνω παρα καμία τρίχα
και τις μισώ
σαν όλα τα ψεγάδια κάθε δυνητκής τελειότητας

να μην υπάρχει άνοιξη
να 'ναι το κλίμα τροπικό
να γυρίσει και η μουσική
στο ‘τότε' το περίεργο
να ‘χουμε πάλι τρόπους
να σου λέω αιολικός και φρύγιος
να 'ναι η ζωή και απλή και συνθετη
ανάλογα την οπτική και οπλισμός
ν' αναιρεθούν οι φόρμες οι ανούσιες
να γλιτώσουμε απο το προβλέψιμο επιτέλους

να 'ναι η μετατροπία κυριολεξία
να πάρει καμιά (κοινωνικοπολιτική) προέκταση της προκοπής
να 'χω ν'ασχοληθώ και γω
με κάτι πέραν της αποσύνθεσης και του χυδαίου πραγματισμού

δεν μου ταιριάζει εμένα λέμε η άνοιξη
-μην σώσει και ξανάρθει!
'για δες καιρό που διάλεξε'
και πίπες σουβλιστές

ανθίζει  -λένε- η φύση
και στα μάτια μου εμφανίζεται δειλά
απλώς ακόμα ένα μηδέν
και συ όλο να ψάχνεις αφορμή
να ξαπλώσεις ανάμεσα στις λέξεις μου 
(σαν παύλα)
μήπως και κάποτε με πείσεις
πως είναι παιχνίδι που 'χει νικητή
ότι αξίζει και πως θα ‘πρεπε 
να θέλω να το παίξω

ρε γαμώτο, νευριάζω
δεν έχεις καταλάβει Χριστό
τόσο καιρό που σου εξηγώ
για την διττή φύση της ύπαρξης
και την βολική προσκόλληση στην ματαιότητα

λες και δεν ξέρεις,
πως κάθε μέρα που χαράζει
οι σκέψεις μου καθόλου δεν φωτίζονται
λες και δεν ξέρεις
πως κάθε πρωί γλλυκίζει περισσότερο 
ο θάνατος στο στόμα

χώνεσαι με το 'έτσι θέλω’ ανάμεσα στις λέξεις μου
σφηνώνεις ανάμεσα στο ένα και το μηδεν
και δίχως να το αντιληφθείς
καταστρέφεις άλλη μια μέρα
‘ανοιξιάτικη’

χύνω τον καφέ μου με μίσος
για να σε τιμωρήσω
και δεν σου στέλνω μήνυμα,
ούτε σήμερα δεν θα σε συναντήσω


το ξέρω μπάσταρδε 
πως πάντα θα έχω κάτι να χάσω
μην μου θυμίζεις πως κάποιος πάντα
 με
-ή καλύτερα, 
σε
και γενικότερα, 
μας
                            κερδίζει.


Άνοιξη 

16.4.16

69********

η απερίσκεπτη διαρκής επανάληψη των αγαπημένων μου στίχων απο εκείνα τα επαναστατικά ποιήματα,
οδήγησε στο να ηχούν στ’ αυτιά μου σαν προσταγές απο παγωμένες μηχανικές φωνές
οι προτάσεις έγιναν λέξεις 
οι λέξεις συλλαβές
οι συλλαβές φθόγγοι
και το διαμελισμένο νόημα
άρχισε να παρατάσσεται ξανά
σε καρκινικές δομές
αντιθετοαντίστροφες και ανεξέλεγχτες
ωσπου κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου
να μουρμουρίζει ακατάληπτα προτάγματα
αποτελούμενα απο τις σωστές λέξεις
σε λάθος σειρά
με σιχαινόμουν 
αλλά ήμουν ο μόνος άνθρωπος που κάπως εμπιστευόμουν 
και κατέληξα να αυτομαστιγώνομαι με ποικίλους τρόπους
βρώμισα τις κινήσεις μου
θόλωσα τα βήματα
και πήρα το γνωστό ύφος που έχω πάνω στο φθαρμένο σανίδι (της πραγματικότητας)
προσπαθώντας να γίνω αντικοινωνική, απεχθής κι εσωστρεφής
μα δεν κράτησε πολύ
σύντομα η ανάσα μου 
άρχισε να καλύπτει κάθε ήχο, κάθε βουητό
το μόνο που ακουγόταν πια
ήταν η ηχώ μου
το μόνο που διακρινόταν
το είδωλο μου στο αλαβάστρινο νερό
αλλοιωμένος διπλασιασμός
αναδιπλασιασμός
ναρκισσισμός
μύθοι, τραύματα και τέτοια πράγματα

διαστρέβλωση απο τα αισθητήρια
απο τα μέσα 
-άμεσα και έμμεσα
αποστασιοποιημένα ή μη
παρατηρητές ή εισβολείς-

ίσως να φταίει που αναγκάζομαι να φαντάζομαι και να εικάζω
ίσως πάλι, να είναι εκείνο το δείγμα ευφυίας/ βάρος συνείδησης
ίσως πάλι να ‘ναι αυτά τα στιχάκια
που τριγυρίζουν στο μυαλό μου μέρες τώρα
ξέρεις, "τί θέλετε απο μένα τελικά;"
και τα γνωστά

γέμισα "ίσως" και μίσος
γέμισα τοίχους με στίχους
και κατέληξα πως απλά φοβάμαι τις πληγές 
-κι ας λατρεύω το αίμα-
ντράπηκα τόσο
που είπα να πάρω να στο πω
κι ώρες τώρα να μαντέψω προσπαθώ,
ποιός θα 'ταν ο αριθμός σου.


7.4.16

Καμουφλάζ

ακανόνιστα ρεύματα τρέχουν
σαν ατίθασσα άλογα στο μυαλό μου
με βασανίζουν κοινώς
κάτι πόν(ο)ι στο κεφάλι
που δεν ξέρω πως να διαχειριστώ
γιατί έχω αποτύχει τόσες φορές
που έμαθα να το υπομένω
απο φόβο πως θα με βάλουν πάλι να πληρώσω 
τα σπασμένα άλλων

βάζω μουσική 
να γεμίσω τ’ αυτιά μου με την παρουσία σου
να χορεύουν τ’ αλογάκια ρυθμικά 
επάνω στους νευρώνες μου,
να κρατώ τα δάχτυλα κολλημένα στο πληκτρολόγιο 
μπας και με γλιτώσω απο μία ακόμα φαντασίωση

περνούν οι μέρες
ελίσσομαι στον χρόνο
-ετεροχρονισμένα όλα μοιάζουν περίπλοκα-
και κάπως έτσι καμουφλάρομαι

έχω καταντήσει απεργός πείνας
ολικός αρνητής στον ορό με την γλυκόζη
“περιμένω τον γλυκό μου” μουρμουρίζω
και μια στο τόσο  τρέμω σύγκορμη
απ' τα υπογλυκαιμικά σοκ


σε ψάχνω όπου πάω
γνωρίζοντας καλά πως δεν θα ΄σαι δω
και γελάω με τα χάλια μου
γιατί ακόμα και να ήσουν
πάλι δεν θα μπορούσα να σε δω
διακρίνω αμυδρά
έναν κόκκινο Γρηγόρη στο φανάρι  του δρόμου μου
κι έναν πράσινο Σταμάτη στον καθρέφτη μου
φοβάμαι να φτάσω και κάθομαι στα σκαλοπάτια
ανασύροντας απ' τον σκληρό που έχω αποθηκευμένους
όγκους συναισθημάτων για κάψιμο ή ανακύκλωση
γράφοντας ξανά και ξανά ιστορίες 
ποιήματα και τέτοια 
για να δικαιολογήσω κάπως τον εαυτό μου

θα ήθελα πάρα πολύ να ανοίξω την πόρτα
αλλά βιώνω κάπως έντονα την εισβολή
και καταλήγω να μπλοκάρω το σήμα
μην τύχει και επικοινωνήσει ο εγκέφαλος με τα θέλω μου
μην τύχει και επικοινωνήσει ο εγκέφαλος με τα δάχτυλά
μην τύχει και επικοινωνήσω εγώ μαζί σου
και δεν έχω μετά με τί να χαλιέμαι
βρίσκει ο φόβος λίγο σήμα και στέλνει τα προειδοποιητικά μηνύματα του
απομακρύνοντας με το ξεσκονόπανο της λογικής
τις βρώμικες και σκονισμένες σκέψεις 
απ’ τις γωνίες του μυαλού μου

όμως να σου πω ένα μυστικό;
το ταξίδι καλά- καλά δεν άρχισε
και μου χρωστάς εκείνη την θέα
είναι καιρός να δούμε κάτι μαζί
να σκεφτούμε την ζωή μας
να ψαχτούμε για να φτιαχτούμε
με κόκα ή κόλλα
να απορρίψουμε τον μαυροκόκκινο καπιταλισμό
του συνδυασμού
και να δηλώσουμε αντισυμβατικοί συνοδοιπόροι
σε κοινό δικό μας παραλήρημα 

σου χρωστώ ένα  βλέμμα,
με τα μαύρα μάτια
-σαν σοκολατάκια υγείας με γέμιση αλκοόλ,
που λιώνουν στο φως του πρωινού ήλιου
και κάτι ξεχασμένες νότες που ‘χω γράψει

ως τότε,
συνεχίζω τις φαϋλοκυκλικές φιλοσοφικές λούπες
νιώθωντας πως ψάχνω  μέσα σε δωμάτιο βυθισμένο στο απόλυτο σκοτάδι 
μια μαύρη γάτα που εξ ορισμού δεν υπάρχει
και
ακούγοντας μουσικοπολεμικά ρεπορτάζ, τον ορέ με τα ωραί 
και ντα(σ)παντούπια.






credis to Frida Kouk

24.3.16

f*k games

Υπογλυκαιμίες

Έχω βαρεθεί να δοκιμάζω το γλυκό και να μου παίρνουν το βάζo. Έχω βαρεθεί να πιπιλάω μανιασμένα τα δάχτυλα μου για να θυμηθώ την γγεύση σου, άλλωστε έτσι καταλήγω να ηδονίζομαι τρώγοντας τον εαυτό μου. Και κυρίως με εκνευρίζει που νιώθω τόσο αδύναμη μπροστά στις υπογλυκαιμίες μου. Παλιά κάπως με ήλεγχα. Δοκίμαζα το ένα γλυκό μετά το άλλο και γούσταρα που δεν λιγωνόμουν. Μα σήμερα είναι η πρώτη μέρα της ψυχικής περιόδου. Σήμερα θέλω να φάω όσο πιο πολύ μπορώ. Δεν μου φτάνουν οι δοκιμές.  Θέλω επιτέλους να χορτάσω, για μια φορά έστω να μην ξεράσω  επειδή δεν έχω μάθει ακόμα τα όρια μου, ούτε απο ενοχές και φόβο πως θα παχύνω. Θέλω να πετύχω τον τέλειο κορεσμό . Τί μαλακίες λέω. Απλά πάλι την πάτησα.  Βλέπεις χθες απο τα νεύρα μου που πάλι απέτυχα κατέληξα για μια ακόμα φορά σε κάποια τουαλέτα με εναν τύπο προσποιούμενη πως γουστάρω τη γεύση των σκατών αντί αυτή των χειλιών σου.  Γιατί πρέπει να με εθίσω στα λίγα να θέλω να μην πονάω. Κοιτούσα επίμονα τα μάτια του μήπως και καταφέρω εκεί μέσα να βρω κάτι να σου μοιάζει και αυτός νόμιζε οτι τον ερωτεύτηκα. Τι βλάκας. Έσφιγγα το χέρι του σαν να ήταν μπαλάκι αντιστρές για να μην αρχίσω να χώνω μπουκέτα εναλλάξ -ένα σε μένα ένα σ' αυτόν. Προσπαθούσα να με πείσω πως δεν υπάρχεις αλλά σε ένιωθα μέσα στο μάτι μου και βούρκωσα. “Γιατί κλαις;” ρώτησε ο μαλάκας. Kι εγώ άρχισα να γελαω, γιατί θυμηθηκα πόσο έχω αφυδατωθει για χάρη σου και πως ίσως αφήνω  να με σαλιωνουν τόσοι άγνωστοι για να πάρω πίσω τα υγρά που μου χρωστάς. Μα δυστυχώς η αύξηση των αναγκών ενυδάτωσης είναι πλέον κατακόρυφη. Μου χρωστάς μία θάλασσα και παίρνω πίσω σταγονες. Κατάλαβες τώρα τί εννοούσα με τις υπογλυκαιμίες; Έλλειψη.  Όσο λείπεις ο ήλιος κάθε μέρα με στεγνώνει και το μόνο που αντέχω είναι να χάνομαι παρατηρώντας τα σύννεφα. Μακάρι να μπορούσα να σου περιγράψω τα σύννεφα. Σου μοιάζουν τόσο. Είναι πανέμορφα κι έχουν κρυμμένο το νερό. Μα ούτε αυτά μπορώ να τα πιάσω.  Ας γινόταν να σε φάω μια φορά μέχρι το τέλος. Ολόκληρό. Κι ορκίζομαι  θα νήστευα γλυκά και λάθη μέχρι να πεθάνω.

... ... ...


καληνύχτα βλάκα

Σταμάτα να μιλάς απ’ το σαλόνι ρε. Κουράστηκα ν’ ανοίγω την πόρτα για να σ’ ακούσω.  Αφού ξέρουμε κι οι δύο πως τόσα χρόνια σ’ ακούω μα ποτέ δεν σε κατάλαβα.  

Βγάζω τα ρούχα να γράψεις τα λόγια στο σουτιέν μου.  Η τελευταία προσπάθεια ν’ αγγίξουν όλα αυτά την καρδιά μου.  Ευκαιρία να σε μαγέψω και λιγάκι.  
Το μόνο που χρειάζεται είναι να πιείς λίγο απο το μαύρο των μαλλιών μου, των ματιών μου, των μυαλών μου. Βαρέθηκα το μουντό μπεζουλί που έχουν τα μάγουλα σου.  
Ορίστε πιες. Έλα μην φοβάσαι, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πεθάνεις αλλά έτσι κι αλλιώς θα συμβεί.  Δεν θα είναι όμορφο να έχεις διαλέξει μόνος σου τον τρόπο; 
Τί εννοείς “φοβάσαι να πεθάνεις”; 
Κάποιες φορές γίνεσαι τόσο πραγματιστής που με τρομάζεις. Αφού δεν τολμάς την επαλήθευση ρε γατάκι.  Δώσε μου την απόλαυση ότι σε προσηλύτισα στον ρομαντισμό. 
Εντάξει πρέπει να είσαι εντελώς ηλίθιος για να ανέχεσαι όλες τις μαλακίες που λέω ή πολυ καψούρης με τον πεσιμισμό και τον μηδενισμό μου. Τί βλακείες λέω πάλι, αφού ξέρω....
Είναι που δεν έχεις αλλού να πας. Μην το αρνηθείς, δεν θα με πείσεις πως είσαι ‘δω απο επιλογή. 
Καληνύχτα βλάκα.

16.3.16

Ακαδημίας γωνία

‘μπράβο μπραβο’ αυτοί
‘ευχαριστώ ευχαριστώ’ εγώ
επειδή δεν έμαθα να κλείνω το στόμα μου
και τα χώνω στα ίσια
σ ‘εναν μαλάκα που αντιλαμβάνεται την διαφωνία
μόνο σαν παιχνίδι εξουσίας
και τρόπο να μείνει προσκολλημένος
στην καρέκλα φαντασιακής ανωτερότητας

η πόρτα έκλεισε
έτρεμα ολόκληρη
περπατούσα με τα μπράβο σφηνωμένα στ'αυτιά
τα πίεσα με τ'ακουστικά
έβαλα εναν τύπο να φωνάζει μανιακά
σκέψεις άρχισαν ξανά να ξεπηδούν
δοάσπαρτες και ακανόνιστες

έμαθα να επιβιώνω κάποτε
στοίχισε ακριβά
μα τώρα πια
κομμένα τ'αστεία
πού είναι οι φωτιές
τα οδοφράγματα
και τα κυνηγητά;
πού είναι τα χρώματα;
πού είναι οι ταράτσες,
τα πειράματα,
οι εξερευνήσεις,
οι ατελείωτες βόλτες
και οι απίθανες ιστοριες;

οι μπάτσοι με κοιτάνε στραβα
-μας κόβουν απ' το περπατημα
το ύφος και το βλέμμα όταν περνάμε-
αναζητουν μια αφορμη
και μας ζηλεύουν κατα βάθος
που εμείς έχουμε μόνιμες αιτίες

η πόλη βουλιάζει καθε μέρα περισσότερο
λασπώνει, βρωμίζει, σαπίζει 
κατα την αποδόμηση,
αποκαλύπτει τα κομμάτια της

και γω, περιμένω
ποιος θα ερθει να με ξυπνησει το βραδυ
να ντυθουμε και να βγουμε
να γεμίσουμε σημάδια
το σάπιο κουφάρι της πόλης
ετοιμάζοντας μικρες εκπλήξεις 
στους πρωινούς ανθρώπους
ακόμα περιμένω
ποιος δεν θα μου πει γαμημενο μπραβο
αλλά θα με τραβήξει βιαστικά
ν’ αλλάξουμε την πολη
ως τα χαράματα
περιμενω 
ποιός θα ‘ρθει να φτιάξουμε μαζί
κρυφά το βράδυ
τον κόσμο που κάποτε ονειρευόμασταν
κι ας διαλύσει  το κυμα των ανθρώπων το πρωί 
καθε μας κάστρο
το βράδυ θ'αλλαξει πάλι χέρια
η τσαντα, το μπουκάλι
και τα γάντια
θ’ αλλάξουν οι ρυθμίσεις του παιχνιδιού
κι οι χαρακτήρες
και ‘μεις στο σκοτάδι
θα ονειρευόμαστε εκείνη
την χρωματιστή ελεύθερη πόλη
χορεύοντας και τραγουδώντας
πριν ο ήλιος μας εκδικηθεί
αποκαλύπτοντας αναιδώς
 με τις πρώτες πρωινές ακτίνες
την ασχήμια του γκρί κόσμου





8.3.16

Ριζοσυλλέκτες στα σφαγεία

ξεφυτρώνουν εδω και ‘κει
μαύρες τρύπες
μάτια βαθιά σημαδεμένα,
πηγάδια που αντανακλούν 
τα πυκνότερα σκοτάδια της ύπαρξης

παραμορφωμένα πρόσωπα αρνητών 
που απεγνωσμένα
διψούν για μια σταγόνα ελπίδα
γίνονται σπίθες
ευελπιστώντας σε μια λύτρωση
απο τις ίδιες τους τις φλόγες


αλλόκοτοι άνθρωποι
αγωνίζονται
μήπως και επιβιώσουν
κι’ οσο ακονίζονται
φθείρονται

περιφέρονται μανιασμένοι
αναζητουν να ορίσουν
αυτο το άγνωστο χ
απελπισμένοι ριζοσυλλέκτες
σε τσιμεντένια κλουβιά
σπάνε τις πλάκες στο πεζοδρόμιο
μήπως ανθίσει εκεί κανα λουλούδι

στις όχθες 
του ποταμού της ματαιότητας
παρακαλούν έστω
για την διττή φυση του μηδενός
δίπλα στην εξίσωση
που κληθηκαν να λύσουν
χωρίς να ερωτηθούν,
όταν βρέθηκαν κλειδωμένοι
στην αρένα που κάποιοι ονόμασαν ζωή

εξ ορισμού χαμένο παιχνίδι
μα τίποτα δεν τους πλήγωσε
όσο η ανυπαρξία ισότητας
και η οδυνηρή συνειδητοποίηση
της διαρκής τους πάλης
με κάτι οξείες γωνίες
< τις ανισότητες >
το πιο λαμπρό επίτευγμα
του πολιτισμού που κληρονόμησαν